Skip to main content

1. Ελευθερία έκφρασης, κινήσεων και γλώσσας

Η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης αποτελούν θεμελιώδεις πυλώνες μιας πραγματικά δημοκρατικής κοινωνίας, στην οποία οι πολίτες ασκούν τα δικαιώματά τους και συμμετέχουν ουσιαστικά σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Αυτές οι θεμελιώδεις ελευθερίες διακλαδίζονται σε διαφόρους τομείς της κοινωνίας, λαμβάνοντας πιο συγκεκριμένες μορφές: ελευθερία των μέσων ενημέρωσης[i], ακαδημαϊκή ελευθερία[ii] ή ελευθερία της τέχνης και της επιστήμης[iii]. Το Κοινοβούλιο έχει δώσει ιδιαίτερη προσοχή σε καθεμία από αυτές στις γνωμοδοτήσεις και τις διασκέψεις του[iv].

Όσον αφορά τον τομέα των τεχνών, το Κοινοβούλιο αναγνωρίζει ότι: «Η προώθηση της ευρωπαϊκής πολιτισμικής πολυμορφίας και της επίγνωσης των κοινών ριζών βασίζεται στην ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση (…)»[v]. Η ελευθερία αυτή, η οποία αποτελούσε ανέκαθεν φιλοδοξία των καλλιτεχνών, καθιστά δυνατή τη δημιουργία πρωτότυπων και πολύτιμων έργων.

Η απόλυτη ελευθερία κινήσεων του καλλιτέχνη επάνω στον καμβά αποτελούσε μία από τις σταθερές αξίες των αφηρημένων καλλιτεχνικών ρευμάτων μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ, είτε στην άμορφη τέχνη είτε στον αφηρημένο εξπρεσιονισμό. Συχνά, οι εκπρόσωποι αυτών των καλλιτεχνικών ρευμάτων αναζητούσαν έμπνευση στις ρευστές γραμμές της κινεζικής καλλιγραφίας και στις διαλογιστικές καταστάσεις του βουδισμού ζεν.

Το έργο Homage to Calligraphy (1981), από τη σειρά «Ribbon» (Κορδέλες), αποτελεί εξέχον δείγμα της εικαστικής δημιουργίας του Τούρκου καλλιτέχνη Burhan Doğançay (1929-2013) στην πιο στυλιζαρισμένη και κομψή μορφή της. Οι παράξενες και καμπύλες γραμμές δίνουν την εντύπωση ότι έχουν αποσπαστεί και κρέμονται σαν κορδέλες από έναν φανταστικό τοίχο, δημιουργώντας ένα εξαιρετικό παράδειγμα οφθαλμαπάτης που παραπέμπει σε ισλαμική καλλιγραφία.

Ο Doğançay διακατεχόταν από γνήσιο πάθος για τη μελέτη αφισών που είχαν επικολληθεί στους τοίχους μεγάλων μητροπόλεων. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, ξεκίνησε μια ευρεία έκθεση φωτογραφιών-ντοκουμέντων με τίτλο «Walls of the World» (Τοίχοι του κόσμου). Το εγχείρημα αυτό παραπέμπει στο έργο του Γάλλου καλλιτέχνη Jacques Villeglé, πρωτοπόρου της τέχνης του δρόμου στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και δημιουργού μιας εξαιρετικής συλλογής έργων ντεκολάζ και σχισμένων αφισών. Στο πλαίσιο αυτού του έργου, προσέδωσε αισθητική αξία στις στρώσεις αφισών και στα κομμάτια χαρτιών που επικολλώνται στους τοίχους των δρόμων ή στους σταθμούς μετρό των μεγάλων πόλεων.

Σε αντίθεση με τον Doğançay, ο οποίος εμπνεύστηκε από την καλλιγραφία ώστε να μας δώσει την πλασματική αίσθηση ενός κατακερματισμένου καμβά, ο Felix Droese (γεννημένος το 1950) με το έργο του Das Sichtbare des Unsichtbaren (Το ορατό του αόρατου), του 1986, μάς παρουσιάζει έναν στην κυριολεξία κομμένο και σχισμένο καμβά. Ο τίτλος αυτός καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η νοοτροπία και οι πεποιθήσεις μας (το αόρατο) επηρεάζουν αναπόδραστα την υλική μας υπόσταση (το ορατό).

Για τον Felix Droese, η τέχνη και ο πολιτικός ακτιβισμός είναι έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες, ένας συνδυασμός που αποτέλεσε πρόκληση για τον ίδιο καθ’ όλη τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας. Το 1970 εγγράφηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών (Kunstakademie) του Ντίσελντορφ και σπούδασε υπό την καθοδήγηση του Joseph Beuys. Ο Droese δραστηριοποιήθηκε σε διάφορα κινήματα, όπως το αντιπολεμικό, το αντιιμπεριαλιστικό και το φιλοπεριβαλλοντικό, και εκπλήρωσε επίσης την εναλλακτική πολιτική του θητεία σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Διαδηλώσεις, φυλακίσεις, συνεργασίες με τον Τύπο και οργανώσεις, εκλογές και διάφορες άλλα πολιτικά εγχειρήματα διαμόρφωσαν την καλλιτεχνική πορεία του Droese.

Η δημιουργία και η κωδικοποίηση μιας αυτόνομης και προσωπικής γλώσσας, φιλοδοξία πολλών εξεχόντων σύγχρονων καλλιτεχνών, αποτελεί επίσης σημαντικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του έργου του A. R. Penck (1939-2017). Γεννημένος στη Δρέσδη της Γερμανίας ως Ralf Winkler, υιοθέτησε το ψευδώνυμο A. R. Penck το 1968, προς τιμήν του γεωλόγου Albrecht Penck.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, ο Penck ανέπτυξε μια εικονιστική αισθητική με γραμμικές φιγούρες και ομοιογενή σημάδια και σύμβολα που παραπέμπουν σε προϊστορικά σχέδια. (…) Η αισθητική αυτή, ίδιον της τέχνης του, συνέχισε να εξελίσσεται έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ενόσω ζούσε στο τότε Ανατολικό Βερολίνο, στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ). Κατά την περίοδο της καταπιεστικής κομμουνιστικής διακυβέρνησης, ο Penck και οι συνάδελφοί του βρίσκονταν υπό παρακολούθηση από τη μυστική αστυνομία, τη Στάζι, λόγω της πρωτοποριακής φύσης και του πολιτικού περιεχομένου του έργου τους[vi].

Ο Penck σχεδίασε ένα είδος κρυπτογραφικού, αρχέγονου κώδικα που αποσκοπούσε στην αποφυγή κάθε είδους λογοκρισίας ή ελέγχου. Συνήθιζε να υπογράφει τα έργα του χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα, γεγονός που διευκόλυνε σημαντικά την έξοδο των πινάκων του από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το 1980 μετακόμισε στη Δυτική Γερμανία, όπου σύναψε φιλικές σχέσεις με νεο-εξπρεσιονιστές ζωγράφους, όπως ο Markus Lüpertz και ο Jörg Immendorff[vii].

O Emilio Vedova (1919-2006), δημιουργός του Bianco e nero (1964) και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αφαιρετισμού στην Ιταλία του 20ου αιώνα, υποστήριξε την ιδέα της τέχνης ως επαναστατικού και πολιτικού μέσου. Το 1942, ο Vedova προσχώρησε στην αντιφασιστική ομάδα του Μιλάνου Corrente και, το 1946, συνυπέγραψε το μανιφέστο Oltre Guernica στο Μιλάνο. Η ομάδα Corrente θεωρούσε ότι η Guernica του Picasso αποτελούσε σύμβολο και αισθητική έκφραση που θα χρησιμοποιούνταν για την καταπολέμηση της βαρβαρότητας και της τυραννίας[viii]. Η ομάδα δεν είχε καθορισμένο θεματολόγιο, αλλά τα μέλη της δεσμεύονταν να υπερασπίζονται τη «σύγχρονη» τέχνη σε μια περίοδο κατά την οποία η ναζιστική εκστρατεία κατά της έκφυλης τέχνης εξαπλωνόταν στην Ιταλία. Οι πίνακες του Vedova των δεκαετιών του 1950 και 1960 αντανακλούσαν την ευαισθησία του για τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής του, όπως οι επαναστατικές διαδηλώσεις που σημειώθηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη το 1968. Στο έργο Bianco e nero αποτυπώνεται με σαφήνεια το γεγονός ότι ο Vedova επιστρατεύει την αφαίρεση ως μέσο για να μεταδώσει τις πολιτικές του πεποιθήσεις και φιλοδοξίες[ix].

Οι νεαρής ηλικίας καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες, υπό τον συντονισμό της Elena Poljuha, δημιούργησαν μια σειρά τεσσάρων ακρυλικών έργων με τίτλο Tura Kultura (2024). Χρησιμοποίησαν μια άμεση, σχεδόν ενσώματη, προσέγγιση στη ζωγραφική τους, δουλεύοντας ανακούρκουδα, σκυμμένοι επάνω από έναν μουσαμά που ήταν τοποθετημένος σε επίπεδη θέση στο δάπεδο του ατελιέ —μέθοδος που συνιστά μια ιδιαίτερα άμεση και προσωπική αλληλεπίδραση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και τον μουσαμά, παρόμοια με τη ζωγραφική της κίνησης του Jackson Pollock.

Το αποτέλεσμα είναι μια ζωηρή, ενστικτώδης και αυθόρμητη εικόνα που φέρνει στο νου το επιθετικό και νευρικό ύφος της ζωγραφικής του Adolf Frohner (1934-2007).Στο έργο Odysseus auf der Suche (1997), ο Frohner περιόρισε το ανθρώπινο σώμα σε μια θολή σιλουέτα, η οποία σχηματίζεται από διακοπτόμενες κοκκινωπές γραμμές και διάσπαρτα σημάδια που δημιουργούν την αίσθηση ότι επάνω στον καμβά προβάλλεται ένα διαμελισμένο σώμα. Αυτό το παράξενο περίγραμμα, που καταλαμβάνει ολόκληρο τον πίνακα, αντικατοπτρίζει την εγγύτητα του Frohner προς τις επιθετικές παραστάσεις των ακτιβιστών της Βιέννης κατά τη δεκαετία του 1960 —μια αισθητική που αποτυπώθηκε στον πίνακα αυτόν από τα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Ο Δανός ζωγράφος Claus Carstensen (γεννημένος το 1957) είναι επίσης εξοικειωμένος με αυτήν την εξπρεσιονιστική εικαστική γλώσσα, η οποία δεν αρκείται σε μια απλή αναφορά των πιο ακατέργαστων και δραματικών πτυχών της πραγματικότητας, αλλά τις θέτει σε πρώτο πλάνο. Το έργο El Arba (1989) αποτελεί αναμφίβολα δείγμα της ισχυρής ιστορικής και πολιτικής συνείδησης του Carstensen.  Ο καλλιτέχνης, χρησιμοποιώντας ζωηρά χρώματα και δείχνοντας προτίμηση στην παρουσίαση συχνά βίαιων και δυσάρεστων θεμάτων, προκαλεί ανοικτά τον θεατή. Τούτο καθίσταται εμφανές στην επιλογή του να παρουσιάσει το Souk El Arba — ένα εγκαταλελειμμένο στρατιωτικό αεροδρόμιο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Τυνησία[x].

Όπως εξήγησαν οι κριτικοί που ασχολήθηκαν με το έργο του:

ο Claus (Carstensen) δεν είναι ένας σκοτεινός ζωγράφος υπό την κλασική έννοια του όρου: ζωγραφίζει θέματα που ουδείς επιθυμεί να αναδείξει. (…) Το έργο του καταπιάνεται με κρίσιμα και αμφιλεγόμενα ζητήματα, όπως η ελευθερία της έκφρασης, ο ολοκληρωτισμός, η οικειότητα και το γυμνό. Τόσο με τη θεματολογία του όσο και με το ύφος του, ο Claus Carstensen μάς παρασύρει σε μια αδιάκοπη αμφισβήτηση των ελεγκτικών αρχών, των απολυταρχικών συστημάτων, των απόλυτων στεγανών και της συμβατικής σκέψης[xi].

Η εσκεμμένη χρήση ακατέργαστων και υποτυπωδών υλικών από τον Jannis Kounellis (1936-2017) αποτελεί κυρίαρχο γνώρισμα του αυτοαναφορικού του έργου Composizione (1992). Η λινάτσα και τα κομμάτια άνθρακα καλύπτουν εν μέρει μια φωτογραφία μιας εγκατάστασης αποτελούμενης από 12 ζωντανά άλογα, η οποία εκτέθηκε το 1969 στην γκαλερί Attico της Ρώμης. Η εγκατάσταση αυτή αποτέλεσε εμβληματικό ορόσημο στην καλλιτεχνική διαδρομή μιας από τις βασικές μορφές της Arte Povera.

Ο προκλητικός και εκκεντρικός χαρακτήρας του έργου του Kounellis είναι επίσης εμφανής, μολονότι χρησιμοποιούνται πολύ διαφορετικά πλαστικά υλικά, στα παραστατικά έργα σε χαρτί του Pat Andrea (γεννημένος το 1942) Black Magic (1981) – και του Georg Baselitz (γεννημένος το 1938) Man with ball Beach picture (1981). Το έργο του Andrea, με το περίτεχνο και φινιρισμένο σχέδιο του, αποτυπώνει εναργώς μια σκηνή σε ένα σκοτεινό και ονειρικό φόντο. Ο φόβος, η επιθυμία, η εξουσία, η βάναυση συμπεριφορά και ο ερωτισμός συγκαταλέγονται στα θέματα που επαναλαμβάνονται στα έργα του καλλιτέχνη. Από την άλλη πλευρά, ο Baselitz απεικονίζει ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του έργου του, μια φιγούρα με το κεφάλι προς τα κάτω, με χαλαρές γραμμές και πιτσιλιές. Το 1969, ο Baselitz προέβη σε μια ριζική μεταστροφή αποφασίζοντας να ζωγραφίζει τις μορφές του ανάποδα και να τις εκθέτει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αυτός ο τρόπος ζωγραφικής του «ανεστραμμένου» πίνακα μαρτυρά την επιθυμία του να ακολουθήσει αυστηρά τη δική του πορεία —μια ανεξαρτησία την οποία είχε ήδη επιδείξει στο έργο «Πανδαιμονικά μανιφέστα» (1961-1962) που συνέγραψε με τον Eugen Schönebeck[xii].

Οι ελευθερίες της έκφρασης και της δημιουργίας, τις οποίες θεωρούμε σήμερα στην Ευρώπη φυσιολογικές και θεμελιώδεις —η ελευθερία της σωματικής και προφορικής έκφρασης, η ελευθερία της σκέψης και του λόγου και η ελευθερία της κυκλοφορίας— αποτελούν τα κεντρικά μοτίβα των έργων του καλλιτεχνικού ακτιβισμού που υπάγονται στην ενότητα αυτή.

Το έργο Democratic Body (2024), των Leander Kämpf και Sam Alekksandra, είναι μια παράσταση σε βίντεο κατά την οποία ο Kämpf εκτελεί μια χορογραφία ενώ η Alekksandra απαγγέλλει ένα ποίημα. Ο χορογραφία βασίζεται σε τυπικές παραμέτρους, οι οποίες επελέγησαν κατόπιν δημοκρατικής διαβούλευσης. Μέσω μιας (διαδικτυακής) έρευνας, οι ερωτηθέντες καθόρισαν τη δομή της χορογραφίας, λαμβάνοντας υπόψη ορισμένα κριτήρια και χαρακτηριστικά: τα μέρη του σώματος που κινούνται περισσότερο, τον ρυθμό, τη σκηνική παρουσία κ.λπ.

Ο Διαγωνισμός ποίησης στον κήπο των πολιτών (2024) συγκέντρωσε αρκετούς Ευρωπαίους ποιητές, οι οποίοι παρουσίασαν το έργο τους, εκφράζοντας ελεύθερα τις σκέψεις και τις εντυπώσεις τους σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση στην ΕΕ.

Η σύλληψη της εμβυθιστικής εγκατάστασης Form of Freedom (2024) της Bozhana Slavkova παραπέμπει στην πραγμάτωση της ελεύθερης κυκλοφορίας σε ολόκληρη την ΕΕ. Πρόκειται για μια εκλεπτυσμένη και ανάλαφρη μεταφορά που πραγματεύεται τη σημερινή δυνατότητα ελεύθερης κυκλοφορίας σε ολόκληρη την ήπειρο — προνόμιο που ήταν αδιανόητο για πολλές γενεές Ευρωπαίων.


[i] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Ευρωπαϊκή πράξη για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης», διατίθεται στη διεύθυνση: https://commission.europa.eu/strategy-and-policy/priorities-2019-2024/new-push-european-democracy/protecting-democracy/european-media-freedom-act_el.

[ii] Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, «EP Academic Freedom Monitor 2023» (Παρατηρητήριο του ΕΚ για την ακαδημαϊκή ελευθερία το 2023), διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.europarl.europa.eu/thinktank/el/document/EPRS_STU(2024)757798·

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, «European Parliament Forum for Academic Freedom» (Φόρουμ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την ακαδημαϊκή ελευθερία ), διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.europarl.europa.eu/stoa/en/ep-academic-freedom.

[iii] Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 13 — Ελευθερία της τέχνης και της επιστήμης: «Η τέχνη και η επιστημονική έρευνα είναι ελεύθερες. Η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι σεβαστή».

[iv] Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1083 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024, σχετικά με τη θέσπιση κοινού πλαισίου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης στην εσωτερική αγορά και την τροποποίηση της οδηγίας 2010/13/ΕΕ (ευρωπαϊκός κανονισμός για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης), ΕΕ L, 2024/1083, 17.4.2024, ELI: https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2024/1083/oj· Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Διάσκεψη για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και για τους δημοσιογράφους που υφίστανται πιέσεις, 10 Απριλίου 2024.

[v] Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 28ης Μαρτίου 2019, σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του προγράμματος «Δημιουργική Ευρώπη» (2021 έως 2027) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1295/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, «Η προώθηση της ευρωπαϊκής πολιτισμικής πολυμορφίας και της επίγνωσης των κοινών ριζών βασίζεται στην ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση, την ικανότητα και τις δεξιότητες των καλλιτεχνών και των πολιτιστικών φορέων, καθώς και από την ύπαρξη ακμαζόντων και ανθεκτικών πολιτιστικών και δημιουργικών τομέων που είναι σε θέση στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα και από την ικανότητα τους να δημιουργούν, να καινοτομούν και να παράγουν και να διανέμουν τα έργα τους και να τα διανέμουν σε ένα ευρύ και πολύμορφο ευρωπαϊκό κοινό.», ΕΕ C 108 της 26.3.2021, σ. 934.

[vi] Blumberg, N. και Yalzadeh, I., «A.R. Penck», Encyclopaedia Brittanica, https://www.britannica.com/biography/A-R-Penck.

[vii] Έργα των δύο αυτών ζωγράφων περιλαμβάνονται στη Συλλογή έργων τέχνης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου:

https://art-collection.europarl.europa.eu/el/collections/lokomotiven/ και https://art-collection.europarl.europa.eu/el/collections/wahle/.

[viii] Talvacchia, B. L., «Politics Considered as a Category of Culture: The Anti-Fascist Corrente Group», Art History, τόμος 8, αριθ. 3, 1985, σ. 336-355.

[ix] Fondazione Emilio e Annabianca Vedova, «Emilio Vedova: una biografia per immagini», διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.fondazionevedova.org/emilio-vedova-una-biografia-immagini.

[x] Το παρόν έργο παρουσιάστηκε στην ατομική του έκθεση με τίτλο «Claus Carstensen: Maghreb Journal», η οποία πραγματοποιήθηκε στην Galleri Specta (Δανία) το 1989. Μολονότι ο τίτλος που αναγράφεται στον φάκελο αγοράς είναι «El Arba», το έργο, σύμφωνα με τον παρόντα κατάλογο, θα πρέπει στην πραγματικότητα να φέρει τον τίτλο «Ej Jemaa», λάδι, 200 x 170 εκατοστά, 301288-150289.

[xi] Claus Carstensen, «What’s left (is republican paint) – Nine Sisters», (κατάλογος έκθεσης), ARoS Aarhus Kunstmuseum, 2015: «Πέρα από την καλλιτεχνική του δημιουργία, ο Claus Carstensen επιμελήθηκε επίσης πολυάριθμες εκθέσεις, οι οποίες βασίζονται όλες στους εννοιολογικούς και φορμαλιστικούς συσχετισμούς που συχνά παραβλέπονται στην ιστορία της τέχνης. Στις εκθέσεις αυτές, οι ταξινομήσεις και οι κατηγοριοποιήσεις που σχετίζονται με την ιστορία της τέχνης διαρρηγνύονται ώστε να δημιουργηθούν νέα αφηγήματα. Όπως και η έκθεση «Becoming Animal», πραγματεύονται εννοιολογικά και φιλοσοφικά θέματα, αλλά ενσαρκώνουν επίσης μια φορμαλιστική και μορφολογική διερεύνηση των ομοιοτήτων που επαναλαμβάνονται στο πλαίσιο διαφορετικών περιόδων, μέσων και στιλ».

[xii] Berlinische Galerie, «Angry pamphlet: “Pandemonic Manifesto” των Georg Baselitz και Eugen Schönebeck», διατίθεται στη διεύθυνση: https://berlinischegalerie.de/en/collection/specialised-fields/artists-archives/pandaemonisches-manifest/· The Morgan Library and Museum: «ο Baselitz έγραψε (αυτά τα μανιφέστα) το 1961 και το 1962 μαζί με τον φίλο του Eugen Schönebeck για να συνοδεύσει την πρώτη τους έκθεση. Στα κείμενα, στα οποία γίνεται αναφορά στο φύλο, τον θάνατο και τη θρησκεία, εκφράζεται η αταξία και η σύγχυση που επικρατεί στη μεταπολεμική Γερμανία, χρησιμοποιώντας μια αιχμηρή γλώσσα, επηρεασμένη από τα γραπτά των Samuel Beckett, Antonin Artaud και Comte de Lautréamont. Περιγράφοντας στη συνέχεια τα μανιφέστα, ο Baselitz δήλωσε ότι δεν είναι «τίποτε άλλο παρά μένος συνοδευόμενο από μάλλον στρεβλές ιδέες». Στα σχέδιά του εκείνης της περιόδου, τα οποία απηχούν τις φρικιαστικές και κτηνώδεις περιγραφές των κειμένων, παρουσιάζονται παραμορφωμένες μορφές και οργανικές μάζες από συστραμμένα και άμορφα σώματα. Διατίθενται στη διεύθυνση: https://www.themorgan.org/drawings/item/444549.

Η γωνιά του εκπαιδευτικού

1 – 234
Home